εἰνάλιος

εἰνάλιος
εἰνάλιος v. ἐννάλιος.

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • εἰνάλιος — ἐνάλιος in masc nom sg (epic) εἰνάλιος masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εινάλιος — βλ. ενάλιος …   Dictionary of Greek

  • εἰνάλι' — εἰνάλια , ἐνάλιος in neut nom/voc/acc pl (epic) εἰνάλιε , ἐνάλιος in masc voc sg (epic) εἰνάλιαι , ἐνάλιος in fem nom/voc pl (epic) εἰνάλια , εἰνάλιος neut nom/voc/acc pl εἰνάλιε , εἰνάλιος masc voc sg εἰνάλιαι , εἰνάλιος fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰναλία — εἰναλίᾱ , ἐνάλιος in fem nom/voc/acc dual (epic) εἰναλίᾱ , ἐνάλιος in fem nom/voc sg (attic epic doric aeolic) εἰναλίᾱ , εἰνάλιος fem nom/voc/acc dual εἰναλίᾱ , εἰνάλιος fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰναλίας — εἰναλίᾱς , ἐνάλιος in fem acc pl (epic) εἰναλίᾱς , ἐνάλιος in fem gen sg (attic epic doric aeolic) εἰναλίᾱς , εἰνάλιος fem acc pl εἰναλίᾱς , εἰνάλιος fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰναλίων — ἐνάλιος in fem gen pl (epic) ἐνάλιος in masc/neut gen pl (epic) εἰνάλιος fem gen pl εἰνάλιος masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰνάλιον — ἐνάλιος in masc acc sg (epic) ἐνάλιος in neut nom/voc/acc sg (epic) εἰνάλιος masc acc sg εἰνάλιος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άλιος — (I) ἅλιος, ία, ον και ος, ον (Α) 1. αυτός που ανήκει στη θάλασσα, ο θαλάσσιος 2. ως προσδιορισμός θεών, νυμφών κ.λπ. τής θάλασσας (Νηρέας, Νηρηίδες). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἅλς. ΠΑΡ. ἁλιεύς, αρχ. άλιας. ΣΥΝΘ. αρχ. ἐνάλιος, εἰνάλιος νεοελλ. αλιόφως]. (II)… …   Dictionary of Greek

  • ενάλιος — α, ο (AM ἐνάλιος, α, ον και ἐνάλιος, ον Α επικ. και λυρικ. τ. εἰνάλιος, α, ον και ος, ον) αυτός που βρίσκεται ή ζει στη θάλασσα, θαλάσσιος, θαλασσινός (α. «ἐναλίων πόρων», Αισχ. β. «ἐνάλιος λεώς» οι ναυτικοί, Σοφ. γ. «Νηρέος εἰναλίοι τε κόραι» οι …   Dictionary of Greek

  • πόνος — Δυσάρεστη αίσθηση, στη γένεση της οποίας γίνεται αποδεκτή η συμμετοχή περιφερειακών νευρικών στοιχείων ποικίλης διαφοροποίησης, και κεντρικών νευρικών στοιχείων, τα οποία συντονίζουν τα ερεθίσματα που προέρχονται από την περιφέρεια. Ένα επώδυνο… …   Dictionary of Greek

  • εἰναλίαις — ἐνάλιος in fem dat pl (epic) εἰνάλιος fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”